Μετάφραση του "lacking" σε Ελληνικά

Οι άμοιρος, ελλείψει [+Γεν.], υστερών, -ούσα, -όν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lacking" σε Ελληνικά.

lacking adjective noun verb γραμματική

Present participle of lack. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άμοιρος

    Adjective
  • ελλείψει [+Γεν.]

  • υστερών, -ούσα, -όν

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lacking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lacking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έλλειψη · έχω έλλειψη · ανυπαρξία · απουσία · μου λείπει · στέρηση · στερούμαι · υπολείπομαι σε · υστερώ σε · χρειάζομαι
  • ακατανοησία
  • απαιδευσία
  • αναμελιά
  • άγνοια · έλλειψη γνώσης · αδαημοσύνη
  • κακοπιστία
  • μειοψηφών
  • έχω μνήμη χρυσόψαρου · δεν μαθαίνω από τα λάθη μου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lacking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη