Μετάφραση του "laic" σε Ελληνικά
Οι λαϊκός, κοσμικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laic" σε Ελληνικά.
laic
adjective
noun
γραμματική
A layperson, as opposed to a member of the clergy. [..]
-
λαϊκός
noun masculine -
κοσμικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " laic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη