Μετάφραση του "lameness" σε Ελληνικά

Οι ελάττωμα, ατέλεια, χωλότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lameness" σε Ελληνικά.

lameness noun γραμματική

A impediment to walking due to the feet or legs. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελάττωμα

    noun neuter
  • ατέλεια

    noun feminine
  • χωλότης

    Any spiritual lameness, hesitancy, or indecision would be removed.

    Οποιαδήποτε πνευματική χωλότητα, διστακτικότητα ή αναποφασιστικότητα θα εξαφανιζόταν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lameness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lameness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άστοχος · ανάπηρος · αξιοθρήνητος · απαράδεκτος · αστήρικτος · αστείος · γελοίος · κουτσός · ξενερωτος · χωλός
  • Ιωάννα του Μαίν και Βαλουά
  • προφάσεις εν αμαρτίαις
  • αναξιοπαθής · κουτσή πάπια · κουτσό άλογο · ξοφλημένος · τελειωμένος · χαμένος από χέρι
  • άστοχος · ανάπηρος · αξιοθρήνητος · απαράδεκτος · αστήρικτος · αστείος · γελοίος · κουτσός · ξενερωτος · χωλός
  • άστοχος · ανάπηρος · αξιοθρήνητος · απαράδεκτος · αστήρικτος · αστείος · γελοίος · κουτσός · ξενερωτος · χωλός
  • άστοχος · ανάπηρος · αξιοθρήνητος · απαράδεκτος · αστήρικτος · αστείος · γελοίος · κουτσός · ξενερωτος · χωλός
  • άστοχος · ανάπηρος · αξιοθρήνητος · απαράδεκτος · αστήρικτος · αστείος · γελοίος · κουτσός · ξενερωτος · χωλός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lameness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη