Μετάφραση του "land" σε Ελληνικά

Οι γη, ξηρά, προσγειώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "land" σε Ελληνικά.

land adjective verb noun γραμματική

The part of Earth which is not covered by oceans or other bodies of water. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • γη

    noun feminine

    A specified geographical tract of the Earth's surface including all its attributes, comprising its geology, superficial deposits, topography, hydrology, soils, flora and fauna, together with the results of past and present human activity, to the extent that these attributes exert a significant influence on the present and future land utilization.(Source: WHIT) [..]

    Well, the land is in his name, power and water are running.

    Η γη είναι στο όνομα του, ηλεκτρικό και νερό σε λειτουργία.

  • ξηρά

    noun adjective feminine

    A specified geographical tract of the Earth's surface including all its attributes, comprising its geology, superficial deposits, topography, hydrology, soils, flora and fauna, together with the results of past and present human activity, to the extent that these attributes exert a significant influence on the present and future land utilization.(Source: WHIT) [..]

    We're approaching that land mass at a dangerous clip.

    Πλησιάζουμε αυτή τη μάζα ξηράς σε επικίνδυνο ρυθμό.

  • προσγειώνω

    verb

    to descend to a surface, especially from the air [..]

    I remember landing the plane and turning onto the taxiway.

    Θυμάμαι να προσγειώνω το αεροπλάνο και να στρίβω στον διάδρομο προσγείωσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χώρα
    • έδαφος
    • στεριά
    • κτήμα
    • αποβιβάζω
    • αποβιβάζομαι
    • έκταση
    • χερσαίος
    • γαίες
    • χώμα
    • προσγειώνομαι
    • αγρός
    • προσεδαφίζω
    • εκτάσεις
    • κτήματα
    • κράτος
    • φτάνω
    • πέφτω
    • καταλήγω
    • λαός
    • οδηγώ
    • κάθομαι
    • στέλνω
    • κυριαρχία
    • πολιτεία
    • φέρνω
    • ξεμπαρκάρω
    • πετάγομαι
    • προσαράζω
    • προσεδαφίζομαι
    • προσεληνώνομαι
    • βρίσκομαι
    • κάνω απόβαση
    • κατεβαίνω από όχημα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " land " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Land proper noun

A surname. [..]

+ Προσθήκη

"Land" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Land στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

LAND
+ Προσθήκη

"LAND" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το LAND στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "land"

Φράσεις παρόμοιες με "land" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "land" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη