Μετάφραση του "large" σε Ελληνικά

Οι μεγάλος, σπουδαίος, τεράστιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "large" σε Ελληνικά.

large adjective noun adverb γραμματική

Of considerable or relatively great size or extent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγάλος

    adjective masculine

    In particular, a large number of invoices in respect of rents were not accompanied by proof of payment.

    Ειδικότερα, μεγάλος αριθμός τιμολογίων σχετικών με τα μισθώματα δεν συνοδευόταν από αποδεικτικά πληρωμής.

  • σπουδαίος

    adjective

    Why don't you try to swing without your gut looking so large?

    Γιατί δεν ρίχνεις, χωρίς να φαίνεσαι τόσο σπουδαίος;

  • τεράστιος

    adjective

    A building block, a very large building block laid for the future.

    Ένα οικοδομικό τετράγωνο, ένα τεράστιο οικοδομικό τετράγωνο δώθηκε στο μέλλον.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πλατύς
    • φαρδύς
    • μεγάλο
    • μέγας
    • ευρύς
    • πελώριος
    • πολυπληθής
    • εκτενές
    • εκτενής
    • εύσωμος
    • ευμεγέθης
    • απέραντος
    • απέραντη
    • απέραντο
    • άφθονος
    • μεγαλόψυχος
    • περίοπτος
    • μεγάλη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " large " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Large
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μεγάλο

    The living room in my new house is very large.

    Το σαλόνι στο νέο μου σπίτι είναι πολύ μεγάλο.

Εικόνες με "large"

Φράσεις παρόμοιες με "large" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "large" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη