Μετάφραση του "lash" σε Ελληνικά

Οι βλεφαρίδα, μαστίγιο, καμτσίκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lash" σε Ελληνικά.

lash adjective verb noun γραμματική

The thong or braided cord of a whip, with which the blow is given. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλεφαρίδα

    noun feminine

    One of the hairs that grows on the eyelid, around the eyes.

    The snow melts on his lashes as if they were still warm.

    Το χιόνι λιώνει στις βλεφαρίδες του σαν να είναι ακόμα ζωντανός.

  • μαστίγιο

    noun neuter

    We have set lash and heated iron towards the loosening of tongues.

    Εξαπολύσαμε μαστίγιο και πυρωμένο σίδερο για να λυθούν οι γλώσσες.

  • καμτσίκι

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βουρδουλιά
    • ματόκλαδο
    • δένω
    • δέρνω
    • μαστιγώνω
    • βούρδουλας
    • καμουτσίκι
    • μάστιγα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lash " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lash"

Φράσεις παρόμοιες με "lash" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βλεφαρίδα · ματόκλαδο
  • ανταποδίδω τα ίσα σε · αντεπιτίθεμαι σε · εκδικούμαι · περνώ στην αντεπίθεση κατά [+Γεν.]
  • κορδόνι Στερέωσης, δεσίματος
  • εξαπολύω μύδρους · επιτίθεμαι · ξεσπάω · ξεσπαθώνω · προσβάλλω
  • ξεσπάω
  • βγάζω τα απωθημένα μου σε · εξαπολύω επίθεση εναντίον [+Γεν.] · εξαπολύω μύδρους κατά [+Γεν.] · ξεσπάω (πάνω) σε · τα βάζω με κπ
  • κρουνηδόν
  • βγάζω τα απωθημένα μου σε · εξαπολύω επίθεση εναντίον [+Γεν.] · εξαπολύω μύδρους κατά [+Γεν.] · ξεσπάω (πάνω) σε · τα βάζω με κπ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lash" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη