Μετάφραση του "latency" σε Ελληνικά
Οι καθυστέρηση, υστέρηση, αδράνεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "latency" σε Ελληνικά.
latency
noun
γραμματική
(electronics) A delay, a period between the initiation of something and the occurrence. [..]
-
καθυστέρηση
noun femininedelay
This decreased sleep latency was significantly different from that observed with placebo
Η μειωμένη αυτή καθυστέρηση της επέλευσης του ύπνου ήταν σημαντικά διαφορετική από αυτή που παρατηρήθηκε με το εικονικό φάρμακο
-
υστέρηση
femininedelay
-
αδράνεια
noun femininedelay
Sir, any parallax or latency issues?
Κύριε, έχετε καθόλου παράλλαξη ή αδράνεια;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρόνος απόκρισης
- λανθάνουσα κατάσταση
- λανθάνων χρόνος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " latency " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Latency
-
Λανθάνουσα κατάσταση, αδράνεια, καθυστέρηση, χρόνος μετάβασης
Φράσεις παρόμοιες με "latency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λανθάνων χρόνος δικτύου
-
λανθάνουσα περίοδος
-
αρχική καθυστέρηση
-
καθυστέρηση αναπαραγωγής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη