Μετάφραση του "lavish" σε Ελληνικά
Οι επιδαψιλεύω, πολυτελής, γενναιόδωρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lavish" σε Ελληνικά.
lavish
adjective
verb
γραμματική
Expending or bestowing profusely; profuse; prodigal; as, lavish of money; lavish of praise. [..]
-
επιδαψιλεύω
verbto expend or bestow with profusion
-
πολυτελής
adjectiveThe lavish life he had once taken for granted now seemed foreign.
Η πολυτελής ζωή την οποία θεωρούσε δεδομένη τώρα του φαινόταν ξένη.
-
γενναιόδωρος
adjectiveI don't suppose the great Dr. MacFarlane is over-lavish with his pay?
Δεν πιστεύω πως ο Δρ. MacFarlane να είναι υπερβολικά γενναιόδωρος με την αμοιβή σου?
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άφθονος
- υπεράφθονος
- αφειδής
- πληθωρικός
- πλουσιοπάροχος
- απλόχερος
- αφειδώλευτος
- παρέχω αφειδώς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lavish " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lavish" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσηλώνομαι αφειδώς σε
-
ασωτεία · πολυτέλεια · πολυτελής βίος · σπατάλη · χλιδή
-
επιδαψιλεύω · προφέρω πλουσιοπάροχα
-
πλουσιοπάροχος
-
ασωτεία · πολυτέλεια · πολυτελής βίος · σπατάλη · χλιδή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη