Μετάφραση του "lawfully" σε Ελληνικά
Το νόμιμα είναι η μετάφραση του "lawfully" σε Ελληνικά.
lawfully
adverb
γραμματική
conforming to the law; legally [..]
-
νόμιμα
adjectiveRight to travel of third-country nationals lawfully in a Member State
Το δικαίωμα του ταξιδεύειν υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lawfully " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lawfully" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Νομικά εξουσιοδοτημένη ηλεκτρονική επιτήρηση
-
Νομικά εξουσιοδοτημένη ηλεκτρονική επιτήρηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη