Μετάφραση του "laxity" σε Ελληνικά

Οι ευκοιλιότητα, χαλαρότης, αμέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laxity" σε Ελληνικά.

laxity noun γραμματική

The state of being lax; looseness, lack of tension. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευκοιλιότητα

    noun feminine
  • χαλαρότης

    Some States show demonstrable laxity when it comes to respecting fundamental rights in a prison environment.

    Ορισμένα κράτη δείχνουν προφανή χαλαρότητα όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων στο περιβάλλον των φυλακών.

  • αμέλεια

    noun feminine

    (1Ki 21:27-29) So it is evident that the delay was by Jehovah’s guidance and not because of laxity on Elijah’s part.

    (1Βα 21:27-29) Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε κατεύθυνση του Ιεχωβά και όχι σε αμέλεια του Ηλία.

  • ατονία

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laxity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laxity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη