Μετάφραση του "layman" σε Ελληνικά

Οι λαϊκός, ερασιτέχνης, λαοσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "layman" σε Ελληνικά.

layman noun γραμματική

layperson, someone who is not an ordained cleric or member of the clergy [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαϊκός

    noun masculine

    someone who is not an ordained cleric [..]

    There are some things a priest can do better than a layman.

    Υπάρχουν μερικά πράγματα που ένας ιερέας μπορεί να κάνει καλύτερα από έναν λαϊκός.

  • ερασιτέχνης

    noun masculine, feminine

    someone who is not a professional in a given field

    In any event, Luke was not some untrained layman spouting health recommendations; he was a physician.

    Όπως και να έχει, ο Λουκάς δεν ήταν ένας ανεκπαίδευτος ερασιτέχνης που μοίραζε δεξιά και αριστερά συμβουλές για ζητήματα υγείας.

  • λαοσ

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιδιώτης
    • λαϊκόσ
    • κοσμικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " layman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "layman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη