Μετάφραση του "lazy" σε Ελληνικά

Οι τεμπέλης, οκνηρός, τεμπέλικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lazy" σε Ελληνικά.

lazy adjective verb γραμματική

Unwilling to do work or make an effort. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεμπέλης

    adjective masculine

    unwilling to work

    In other words, he is a lazy person.

    Με άλλα λόγια, είναι τεμπέλης.

  • οκνηρός

    adjective masculine

    No matter what a lazy person undertakes he imagines that no end of difficulties are hindering him.

    Οτιδήποτε κι αν αναλάβη ένας οκνηρός, φαντάζεται ότι τον εμποδίζουν ατελείωτες δυσκολίες.

  • τεμπέλικος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φυγόπονος
    • ακαμάτης
    • μανός
    • νωχελικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lazy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lazy
+ Προσθήκη

"Lazy" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lazy στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "lazy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lazy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη