Μετάφραση του "leaching" σε Ελληνικά

Το έκπλυση είναι η μετάφραση του "leaching" σε Ελληνικά.

leaching noun verb γραμματική

Present participle of leach. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκπλυση

    1) The process of separating a liquid from a solid (as in waste liquid by percolation into the surrounding soil. 2) Extraction of soluble components of a solid mixture by percolating a solvent through it.3) To lose or cause to lose soluble substances by the action of a percolating liquid.

    As regards mercury, not only the leaching of mercury poses specific problems.

    Όσον αφορά τον υδράργυρο, δεν είναι μόνο η έκπλυση του υδραργύρου που δημιουργεί ειδικά προβλήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leaching " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "leaching" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διηθούμαι · διηθώ · φιλτράρομαι
  • απόπλυση (έκπλυση) εδάφους
  • διηθούμαι · διηθώ · φιλτράρομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leaching" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη