Μετάφραση του "leaflet" σε Ελληνικά
Οι φυλλάδιο, φυλλαράκι, διαφημιστικό έντυπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leaflet" σε Ελληνικά.
leaflet
verb
noun
γραμματική
(botany) One of the components of a compound leaf. [..]
-
φυλλάδιο
noun neuterThe Commission should therefore produce a leaflet about those rights and obligations.
Η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να εκδώσει φυλλάδιο σχετικά με τα εν λόγω δικαιώματα και υποχρεώσεις.
-
φυλλαράκι
neuter -
διαφημιστικό έντυπο
nounThe publicity leaflet constituting Annex 3 to the German Government' s defence states as follows:
Το διαφημιστικό έντυπο που έχει προσαρτήσει η Γερμανική Κυβέρνηση στο Παράρτημα ΙΙΙ του υπομνήματος αντικρούσεως αναφέρει:
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φέιγ βολάν
- προκήρυξη
- τρικάκι
- πτυχή καρδιακής βαλβίδας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leaflet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "leaflet"
Φράσεις παρόμοιες με "leaflet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πληροφοριακό φυλλάδιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη