Μετάφραση του "leakproof" σε Ελληνικά
Το στεγανός είναι η μετάφραση του "leakproof" σε Ελληνικά.
leakproof
adjective
γραμματική
Resistant to leaks; hermetic, sound; as of a dry cell battery. [..]
-
στεγανός
adjective masculineClosures shall incorporate a leakproof gasket except where a taper thread ensures comparable leakproofness.
Τα πώματα θα πρέπει να έχουν ενσωματωμένη μία στεγανή φλάντζα εκτός όπου ένα κωνικό σπείρωμα εξασφαλίζει συγκρίσιμη στεγανότητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leakproof " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη