Μετάφραση του "learning ability" σε Ελληνικά

learning ability noun

mental ability; "he's got plenty of brains but no common sense"

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μυαλό, νοημοσύνη, νοητική ικανότητα, ευστροφία, εξυπνάδα, ευφυϊα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " learning ability " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "learning ability" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη