Μετάφραση του "lecturer" σε Ελληνικά
Οι λέκτορας, επιμελητής, επιμελήτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lecturer" σε Ελληνικά.
lecturer
noun
γραμματική
A person who gives lectures, especially as a profession. [..]
-
λέκτορας
noun masculine m;f masculine;feminineperson who gives lectures [..]
She'll be a university lecturer and tells me that she's ashamed to be with a blockhead like me.
Θα γίνει λέκτορας στο πανεπιστήμιο και μου λέει ότι ντρέπεται που είναι με έναν στενοκέφαλο σαν και μένα.
-
επιμελητής
noun masculinemember of university or college
-
επιμελήτρια
noun femininemember of university or college
-
ομιλητής
noun masculineperson who gives talks on certain subjects (not necessarily academic topics)
You're a better profiler than gideon as a lecturer.
Είσαι καλύτερος ψυχοεγκληματολόγος απ'ότι ο Γεδεών σαν ομιλητής!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lecturer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lecturer"
Φράσεις παρόμοιες με "lecturer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σειρά διαλέξεων
-
αίθουσα διαλέξεων · αίθουσα διδασκαλίας
-
δίνω διάλεξη
-
δημόσια διάλεξη · διάλεξη · λόγος · ομιλία
-
λέκτορας
-
"παράδοση" · βάζω τις φωνές · δίνω διάλεξη · διάλεξη · διδάσκω · επίπληξη · επιπλήττω · κάνω κήρυγμα σε · κάνω μάθημα σε (κπ περί) · κατσαδιάζω · λόγος · μαθήματος · μαλώνω · νουθεσία · ομιλία · παράδοση
-
"παράδοση" · διάλεξη · κήρυγμα · κατήχηση
-
αίθουσα διαλέξεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη