Μετάφραση του "legislation" σε Ελληνικά
Οι νομοθεσία, νομοθέτηση, νομοθεσια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "legislation" σε Ελληνικά.
The act of legislating; preparation and enactment of laws; the laws enacted. [..]
-
νομοθεσία
noun feminineThe act or process of making laws.
So, here we are, making legislation to correct legislation.
Έτσι, βρισκόμαστε εδώ για να παράγουμε νομοθεσία για να διορθώσουμε τη νομοθεσία.
-
νομοθέτηση
nounParliament has consistently opposed this practice of attempted legislation in secret.
Το Κοινοβούλιο έχει αντιδράσει με συνέπεια στην εν κρυπτώ νομοθέτηση.
-
νομοθεσια
The Community legislator has the power to take the criminal-law measures that are necessary to guarantee the full effectiveness of the rules it lays down on the protection of intellectual property.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θεσμοθεσία
- γραπτό δίκαιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " legislation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Νομοθεσία
Legislation under which the securities have been created.
Νομοθεσία βάσει της οποίας δημιουργήθηκαν οι κινητές αξίες.
Φράσεις παρόμοιες με "legislation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις
-
νομοθετική πράξη
-
νομοθετικό πλαίσιο
-
νομοθετική πρωτοβουλία
-
βουλευτική περίοδος
-
νομοθετική αρμοδιότητα
-
νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με τη (για τη) βιομηχανία
-
κοινοτικό νομοθετικό πρόγραμμα