Μετάφραση του "leisured" σε Ελληνικά

Οι αργόσχολος, ήσυχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leisured" σε Ελληνικά.

leisured adjective

Having leisure, having time that need not be dedicated to work. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αργόσχολος

    adjective

    I was an ogre of leisure, with a simple life.

    Ήμουν ένας αργόσχολος δράκος με απλή ζωή.

  • ήσυχος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leisured " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "leisured" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αργόσχολη τάξη
  • διάθεση του χρόνου αναψυχής
  • κέντρο αναψυχής
  • κέντρο αναψυχής
  • Αναψυχή · άνεση · ανάπαυλα · ανάπαυση · αναψυχή · ελεύθερος χρόνος
  • δραστηριότητα κατά τον ελεύθερο χρόνο
  • άνευ σπουδής · αθόρηβος · αργά · αργός · βραδύς · με το πάσο μου · ράθυμα · ράθυμος
  • πάρκο αναψυχής · χώρος αναψυχής
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leisured" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη