Μετάφραση του "leman" σε Ελληνικά

Οι εραστής, ερωμένη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leman" σε Ελληνικά.

leman noun γραμματική

(archaic) A lover, sweetheart, especially a secret lover or mistress. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εραστής

    noun masculine
  • ερωμένη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leman " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leman" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη