Μετάφραση του "lenticular" σε Ελληνικά
Οι φακοειδής, αμφίκυρτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lenticular" σε Ελληνικά.
lenticular
adjective
noun
γραμματική
Of or pertaining to a lens. [..]
-
φακοειδής
adjectiveThis was a lenticular photograph of Jerry Wiesner
Αυτή ήταν μια φακοειδής φωτογραφία του Τζέρι Ουίσνερ
-
αμφίκυρτος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lenticular " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lenticular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φακοειδής γαλαξίας
-
φακοειδής απόφυση
-
φακοειδής πυρήνας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη