Μετάφραση του "lethality" σε Ελληνικά

Το θνησιμότητα είναι η μετάφραση του "lethality" σε Ελληνικά.

lethality noun γραμματική

the fact of something being lethal; the ability of something to kill [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θνησιμότητα

    noun feminine

    Same symptoms as smallpox, but only half the calories and almost none of the lethality.

    Τα ίδια συμπτώματα με την ευλογιά, αλλά μόνο μισές θερμίδες και σχεδόν καθόλου θνησιμότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lethality " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lethality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μέση θανατηφόρος δόση
  • Θανατηφόρος ένεση
  • Θανατηφόρα δόση
  • μη θανατηφόρο όπλο
  • πιο φονικός
  • αιματηρός · δολοφονικός · θανάσιμος · θανατηφόρος · θανατικός · καίριος · μοιραίος · πολύνεκρος · φονικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lethality" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη