Μετάφραση του "letup" σε Ελληνικά
Οι ανάπαυλα, ατονία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "letup" σε Ελληνικά.
letup
noun
γραμματική
A pause or period of slackening. [..]
-
ανάπαυλα
NounIn addition, while some trials are short-lived, others persist without letup, even increasing in intensity.
Επιπρόσθετα, ενώ κάποιες δοκιμασίες είναι προσωρινές, άλλες συνεχίζουν χωρίς ανάπαυλα, μάλιστα δε εντείνονται περισσότερο.
-
ατονία
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " letup " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "letup" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακατάπαυστα · χωρίς διακοπή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη