Μετάφραση του "liaison" σε Ελληνικά
Οι συνεργασíα, σχέση, διασύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liaison" σε Ελληνικά.
Communication between two parties or groups. [..]
-
συνεργασíα
noun feminineco-operation, working together [..]
-
σχέση
noun femininea tryst, romantic meeting [..]
The Ambassador feels very strongly in the circumstances it would be best to terminate this liaison.
Ο Πρέσβης πιστεύει με βεβαιότητα ότι λόγω των συνθηκών, θα ήταν καλύτερα να τερματίσεις τη σχέση αυτή.
-
διασύνδεση
noun femininecommunication between two parties or groups [..]
Nevertheless, liaison offices and IT interconnectivity are still to be established.
Ωστόσο, δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί γραφεία συνδέσμου ούτε και διασύνδεση των συστημάτων πληροφορικής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μεσολαβητής
- ερωτοδουλειά
- υφέν
- σύνδεσμος
- επικοινωνία
- ένωση
- δεσμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liaison " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Σύνδεσμος
Liaison officers may represent the interests of one or more Contracting Parties
Οι υπάλληλοι-σύνδεσμοι μπορούν να εκπροσωπούν τα συμφέροντα ενός ή περισσοτέρων συμβαλλόμενων μερών
Φράσεις παρόμοιες με "liaison" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπάλληλος-σύνδεσμος
-
Αεροσκάφος συνδέσμου