Μετάφραση του "licence" σε Ελληνικά
Οι άδεια, δίπλωμα, Άδεια, έγκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "licence" σε Ελληνικά.
licence
verb
noun
γραμματική
(UK, Canada) Standard spelling of the noun form of license. [..]
-
άδεια
noun feminineUpon request by the prospective licensee under the open license, that licence will take immediate effect.
Κατόπιν αιτήσεων του μελλοντικού δικαιοδόχου στο πλαίσιο της ανοικτής άδειας εκμετάλλευσης, η άδεια τίθεται αμέσως σε ισχύ.
-
δίπλωμα
noun neuterFinally, let us not forget that a patent is not an exploitation licence.
Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν είναι και άδεια εκμετάλλευσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " licence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Licence
-
Άδεια, έγκριση
Φράσεις παρόμοιες με "licence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άδεια εμπορίας
-
Γενική δημόσια άδεια
-
ειδική άδεια
-
άδεια λειτουργίας
-
προσωρινή άδεια
-
άδεια μεταφοράς
-
Γενική δημόσια άδεια
-
άδεια οδήγησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη