Μετάφραση του "lie" σε Ελληνικά

Οι ψεύδομαι, ψέμα, κείτομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lie" σε Ελληνικά.

lie Verb verb noun γραμματική

(intransitive) To be in a horizontal position. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψεύδομαι

    verb

    tell an intentional untruth [..]

    He's too smart a liar to lie that badly.

    Είναι πολύ έξυπνος ψεύτης, για να ψεύδεται τόσο άσχημα.

  • ψέμα

    noun neuter

    intentionally false statement [..]

    A lie has no legs.

    Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια.

  • κείτομαι

    verb

    be in horizontal position

    I dug it myself, and i was happy to lie in it.

    Τον έσκαψα μόνη μου και ήμουν χαρούμενη να κείτομαι εκεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψέμμα
    • κείμαι
    • ξαπλώνω
    • βρίσκομαι
    • πλαγιάζω
    • ψεύδος
    • μένω
    • ψευδομαι,ξαπλωνω
    • παραμένω
    • ψευτιά
    • πέφτω
    • ψευδολογώ
    • ακουμπώ
    • νοικοκύρεμα
    • ψεματίζω
    • τακτοποίηση
    • διευθέτηση
    • διάταξη
    • λέω ψέμα
    • λέω ψέματα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lie noun

Norwegian diplomat who was the first Secretary General of the United Nations (1896-1968)

+ Προσθήκη

"Lie" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Lie στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

LIE abbreviation

The Long Island Expressway, I-495.

+ Προσθήκη

"LIE" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το LIE στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "lie"

Φράσεις παρόμοιες με "lie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πώς έχουν τα πράγματα
  • έχω γίνει συντρίμμια
  • ψεματάκι
  • ψεύδομαι ασύστολα
  • το ψέμα έχει κοντά ποδάρια
  • έχω σεξουαλική επαφή · γαμώ · κάνω · κάνω έρωτα · κοιμάμαι · παίρνω · πηδώ · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • χονδροειδές ψέμα · χοντρό ψέμα · ψεματάρα
  • ξαπλώνω · πέφτω · πλαγιάζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη