Μετάφραση του "lift" σε Ελληνικά
Οι ανελκυστήρας, ασανσέρ, σηκώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lift" σε Ελληνικά.
lift
verb
noun
γραμματική
(dialectal, chiefly Scottish) air. [..]
-
ανελκυστήρας
noun masculinemechanical device for vertically transporting goods or people
The lift's broken and the flying machine's dead!
Ο ανελκυστήρας χάλασε και η πτητική μηχανή δεν δουλεύει!
-
ασανσέρ
noun neutermechanical device for vertically transporting goods or people [..]
I took the lift to the third floor.
Πήρα το ασανσέρ για τον τρίτο όροφο.
-
σηκώνω
verbto steal [..]
At my age, you know my idea of lifting weights, is standing up!
Στην ηλικία μου, η ιδέα μου να σηκώνω βάρη, σηκώνεται!
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανυψώνω
- άνωση
- μεταφορά
- ανύψωση
- άντωση
- υψώνω
- βοήθεια
- ανελκύω
- ασενσέρ
- αίρω
- Άντωση
- σήκωμα
- ανόρθωση
- ανέβασμα
- ύψωση
- ανασήκωμα
- ανεβάζω
- ανεβαίνω
- ανώθηση
- εκπληρώνω
- ανέρχομαι
- διευκόλυνση
- ανεγείρω
- εγείρω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lift " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Lift
-
Ανυψώνω, ανελκυστήρας
Εικόνες με "lift"
Φράσεις παρόμοιες με "lift" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αναρτήρας ανύψωσης
-
ασενσέρ
-
κάνω ωτοστόπ
-
ανόρθωση προσώπου · λίφτινγκ · πλαστική επέμβαση στο πρόσωπο
-
υποδοχές για περόνες
-
κάνω ωτοστόπ
-
αναβατήρας μεταλλείων · καμπίνα του ασανσέρ
-
Κλαρκ, περονοφόρο ανυψωτικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη