Μετάφραση του "lighting" σε Ελληνικά
Οι φωτισμός, άναμμα, φως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lighting" σε Ελληνικά.
The equipment used to provide illumination; the illumination so provided. [..]
-
φωτισμός
noun masculineThe supply of illumination in streets or dwellings.
The supplementary lighting shall be such that any failure of the lamp will be immediately apparent.
Ο συμπληρωματικός φωτισμός πρέπει να είναι τέτοιος ώστε κάθε βλάβη λαμπτήρα να είναι αμέσως εμφανής.
-
άναμμα
nounBut her master is pure evil, lighting a flame of terror.
Αλλά ο άρχοντάς της είναι το απόλυτο κακό, άναμμα της φλόγας του τρόμου.
-
φως
noun neuterPlease don't forget to turn off the light before you go to bed.
Σε παρακαλώ μην ξεχάσεις να σβήσεις το φως πριν πας στο κρεβάτι.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανάφλεξη
- αστραπή
- Φωτεινότητα
- φωτεινότητα
- φώτισμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lighting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lighting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελαφρύ καταδρομικό
-
ανοιχτόχρωμος
-
φωτόμετρο
-
Καμπύλη φωτός
-
φωταψία · φωτοχυσία