Μετάφραση του "lignin" σε Ελληνικά

Το λιγνίνη είναι η μετάφραση του "lignin" σε Ελληνικά.

lignin noun γραμματική

(organic chemistry) A complex non-carbohydrate aromatic polymer present in all wood. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιγνίνη

    noun

    The lignin removed can be recovered and sent to the chemicals and energy recovery system

    Η λιγνίνη που αφαιρείται μπορεί να ανακτηθεί και να σταλεί στο σύστημα ανάκτησης χημικών και ενέργειας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lignin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lignin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη