Μετάφραση του "liken" σε Ελληνικά

Οι παρομοιάζω, συγκρίνω, παραλληλίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liken" σε Ελληνικά.

liken verb γραμματική

(transitive, followed by to or unto ) To compare; to state that (something) is like (something else). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρομοιάζω

    verb

    συγκρίνω και βρίσκω ομοιότητα

    You had remarked earlier in the House that you likened yourself to a diesel engine.

    Είχατε δηλώσει νωρίτερα ενώπιον του Σώματος ότι παρομοιάζετε τον εαυτό σας με μηχανή ντίζελ.

  • συγκρίνω

    verb

    “... I take my ring from my finger and liken it unto the mind of man—the immortal part, because it had no beginning.

    »...Βγάζω τη βέρα από το δάχτυλό μου και το συγκρίνω με το νου του ανθρώπου – το αθάνατο μέρος, διότι δεν έχει αρχή.

  • παραλληλίζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη