Μετάφραση του "liminality" σε Ελληνικά
Το liminal είναι η μετάφραση του "liminality" σε Ελληνικά.
liminality
noun
γραμματική
the state of being liminal [..]
-
liminal
quality of ambiguity or disorientation that occurs in the middle stage of rituals
You saw something, Alex... something in the liminal state between life and death.
Είδατε κάτι, Άλεξ... κάτι στο liminal κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liminality " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "liminality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεθοριακός · μεταιχμιακός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη