Μετάφραση του "link" σε Ελληνικά

Οι συνδέω, σύνδεσμος, κρίκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "link" σε Ελληνικά.

link verb noun γραμματική

A connection between places, persons, events, or things. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδέω

    verb

    For the nominal value, the generating event is linked to the existence of the guarantee.

    Όσον αφορά την ονομαστική αξία, το γενεσιουργό γεγονός συνδέεται με την ύπαρξη της εγγύησης.

  • σύνδεσμος

    noun masculine

    This might finally be a link to victimology.

    Αυτό τελικά μπορεί να είναι ο σύνδεσμος με τη θυματολογία.

  • κρίκος

    noun

    Something that will one day lead them to be described as a missing link.

    Κάτι που κάποια μέρα θα τους οδηγήσει στο να χαρακτηριστούν ως ο χαμένος κρίκος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δεσμός
    • ζεύξη
    • ενώνω
    • χαλκάς
    • σύνδεση
    • συνένωση
    • δένω
    • δικτυώνω
    • μονάδα μήκους
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " link " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Link proper

A diminutive of the male given name Lincoln

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ζεύξη, σύνδεσμος

Εικόνες με "link"

Φράσεις παρόμοιες με "link" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "link" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη