Μετάφραση του "liquify" σε Ελληνικά

Οι τήκω, υγροποιώ, λειώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liquify" σε Ελληνικά.

liquify verb γραμματική

To make liquid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τήκω

    verb
  • υγροποιώ

    verb
  • λειώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρευστοποιούμαι
    • ρευστοποιώ
    • τήκομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liquify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liquify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη