Μετάφραση του "literal" σε Ελληνικά

Οι κυριολεκτικός, κατά γράμμα, πραγματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "literal" σε Ελληνικά.

literal adjective noun γραμματική

Exactly as stated; read or understood without additional interpretation; according to the letter or verbal expression; real; not figurative or metaphorical. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυριολεκτικός

    adjective masculine

    Thus, the context strongly indicates that the number 144,000 must be taken literally.

    Άρα λοιπόν, τα συμφραζόμενα δείχνουν σαφώς ότι ο αριθμός 144.000 πρέπει να θεωρείται κυριολεκτικός.

  • κατά γράμμα

    adjective

    exactly as stated; read or understood without additional interpretation

    That position is borne out by a mere literal reading of the decision at issue.

    Η άποψη αυτή ενισχύεται από την απλή κατά γράμμα διατύπωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.

  • πραγματικός

    adjective

    He literally acts like he's above the law, and that makes him very dangerous.

    Κυριολεκτικά φέρεται σαν να είναι υπεράνω του νόμου, και αυτό τον κάνει πραγματικά επικίνδυνο.

  • λεκτική σταθερά

    A value used exactly as you see it. For example, the number 25 and the string "Hello" are both literals.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " literal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Literal
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επακριβής, κυριολεκτικός

Φράσεις παρόμοιες με "literal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ρεαλισμός
  • λίτρο
  • γραμματισμένος · εγγράμματος
  • λεκτική σταθερά ημερομηνίας
  • μετάφραση κατά λέξη
  • εντελώς · επακριβώς, απόλυτα · κανονικά · κατά γράμμα · κατά λέξη · κυριολεκτικά · κυριολεκτικός · πιστός · πραγματικά · στην κυριολεξία
  • χαρακτήρας τύπου λεκτικής σταθεράς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "literal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη