Μετάφραση του "loading" σε Ελληνικά

Οι φόρτωση, φορτίο, βάρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loading" σε Ελληνικά.

loading noun verb γραμματική

Present participle of load. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φόρτωση

    Procedures and provisions for loading and securing the load in the aeroplane.

    Διαδικασίες και αναγκαία μέτρα σχετικά με τη φόρτωση και την ασφάλιση του φορτίου στο αεροπλάνο.

  • φορτίο

    noun neuter

    The maximum permissible loadings shall be permanently marked in a clearly legible manner on cranes.

    Στους γερανούς, πρέπει να σημειώνεται μόνιμα και ευκρινώς το μέγιστο επιτρεπόμενο φορτίο.

  • βάρος

    noun neuter

    However, the extra weight should not increase the load capacity of the vehicle.

    Ωστόσο, το επιπλέον βάρος δεν θα πρέπει να αυξάνει τη χωρητικότητα του οχήματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιβάρυνση σε ασφάλιστρο
    • νόθευση
    • αποστολή εμπορευμάτων
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " loading " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "loading" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καμπύλη φόρτου
  • χώρος ψόртωση
  • ενεργό φορτίο
  • άγχος · αποστολή εμπορευμάτων · βάρος · γεμίζω · εξοπλίζω · νοθεύω · οπλίζω · φορτία · φορτίζω · φορτίο · φορτώνω · φόρτιση · φόρτος · φόρτωμα · φόρτωση
  • παίρνω μάτι
  • Έλεγχος συχνότητας φορτίου
  • ρεύμα φορτίου
  • μετρητής φορτίου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "loading" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη