Μετάφραση του "logic" σε Ελληνικά
Οι λογική, φρην, νόημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "logic" σε Ελληνικά.
logic
verb
adjective
noun
γραμματική
(uncountable) A method of human thought that involves thinking in a linear, step-by-step manner about how a problem can be solved. Logic is the basis of many principles including the scientific method. [..]
-
λογική
noun femininemathematical study [..]
Therefore, I anticipate her next move to be more logical than emotional.
Έτσι προβλέπω η επόμενη κίνησή της να είναι πιο λογική παρά συναισθηματική.
-
φρην
-
νόημα
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ορθός λόγος
- συλλογιστική
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " logic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Logic
-
Λογικός, λογική
Φράσεις παρόμοιες με "logic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λογική μονάδα δίσκου
-
Μαθηματική λογική · μαθηματική λογική
-
Λογική μονάδα ελέγχου
-
λογισμικό εκτυπωτή
-
λογική οικογένεια
-
θετικιστής
-
λογικός θετικισμός
-
Λογική τρανζίστορ συζευγμένων-εκπομπών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη