Μετάφραση του "logistic" σε Ελληνικά
Οι λογιστικός, λογιστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "logistic" σε Ελληνικά.
logistic
adjective
noun
γραμματική
(operations) Relating to logistics. [..]
-
λογιστικός
adjective masculinerelating to logistics
International mail is therefore more complex logistically than domestic mail.
Ως εκ τούτου, η διαχείριση του διεθνούς ταχυδρομείου είναι λογιστικά περιπλοκότερη από τη διαχείριση του εγχώριου ταχυδρομείου.
-
λογιστική
nounInternational mail is therefore more complex logistically than domestic mail.
Ως εκ τούτου, η διαχείριση του διεθνούς ταχυδρομείου είναι λογιστικά περιπλοκότερη από τη διαχείριση του εγχώριου ταχυδρομείου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " logistic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "logistic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρακτικός · τεχνικής φύσης · υλικοτεχνικός
-
-λόγή · -λόγος
-
διαχείριση διανομής (προϊόντων)
-
Επιμελητεία, διοικητική μέριμνα
-
Διοικητικής μέριμνας τρίτων
-
Διοικητικής μέριμνας τρίτων
-
αντίστροφη εφοδιαστική αλυσίδα
-
διακίνηση εμπορευμάτων ή προϊόντων · διαχείριση · διαχείριση υλικού · διοικητική μέριμνα · επιμελητεία · ολοκληρωμένη διαχείριση μεταφορών · προγραμματισμός · υλικοτεχνική υποστήριξη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη