Μετάφραση του "long" σε Ελληνικά

Οι μακρύς, λαχταρώ, πολύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "long" σε Ελληνικά.

long adjective verb noun adverb γραμματική

Having much distance from one terminating point on an object or an area to another terminating point (usually applies to horizontal dimensions; see Usage Notes below). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακρύς

    adjective masculine

    having much distance from one point to another [..]

    The way is long.

    Ο δρόμος είναι μακρύς.

  • λαχταρώ

    verb

    to wait, to aspire

    Oh, how I long for a sky with fluorescent lights.

    Αχ, πώς λαχταρώ έναν ουρανό με λάμπες φθορισμού.

  • πολύς

    adjective

    having great duration

    I'm sorry, I can't stay long.

    Συγνώμη, δεν μπορώ να κάτσω για πολλή ώρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ώρα
    • μακριά
    • πολύ
    • μακρός
    • έξω
    • ποθώ
    • μεγάλος
    • μάκρος
    • εκτενής
    • μακρο-
    • μακροχρόνιος
    • χρόνιος
    • ανέκαθεν
    • πολύωρος
    • παρατεταμένος
    • ατέλειωτος
    • πολύχρονος
    • επιθυμώ σφόδρα
    • προ πολλού
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " long " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Long proper

A surname. Originally a nickname for a tall man. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μακρύς, μακροσκελής

Εικόνες με "long"

Φράσεις παρόμοιες με "long" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "long" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη