Μετάφραση του "long time" σε Ελληνικά
Το χρόνος είναι η μετάφραση του "long time" σε Ελληνικά.
long time
interjection
noun
(idiomatic) Used as part of greeting of two people who have not been in contact for a long time. [..]
-
χρόνος
noun masculineBut like you said, three years is a long time, a very long time.
Αλλά όπως είπες κι εσύ τρία χρόνια είναι πολύ καιρός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " long time " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "long time" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πριν πολλά χρόνια.
-
παλιός
-
βρε, βρε, βρε, σαν τα χιόνια! · καιρό έχω να σε δω
-
πριν πολλά χρόνια.
-
βρε, βρε, βρε, σαν τα χιόνια! · καιρό έχω να σε δω
-
βρε, βρε, βρε, σαν τα χιόνια! · καιρό έχω να σε δω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη