Μετάφραση του "long-suffering" σε Ελληνικά
Οι μακρόθυμος, πολύπαθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "long-suffering" σε Ελληνικά.
long-suffering
adjective
noun
γραμματική
Having endured mental or physical discomfort for a protracted period of time patiently or without complaint. [..]
-
μακρόθυμος
adjectivehaving endured discomfort
Indeed, the person who cultivates kindness demonstrates that quality by being long-suffering.
Πράγματι, ένας άνθρωπος που καλλιεργεί καλοσύνη εκδηλώνει την ιδιότητα αυτήν με το να είναι μακρόθυμος.
-
πολύπαθος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " long-suffering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη