Μετάφραση του "looking" σε Ελληνικά
Το βλέμμα είναι η μετάφραση του "looking" σε Ελληνικά.
looking
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of look. [..]
-
βλέμμα
noun neuterI can't forget her look.
Δεν μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " looking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "looking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έκφραση · αναζητώ · αναμένω · βασίζομαι · βλέμμα · βλέπω · για κοίτα · γκριμάτσα · δείχνω · εμφάνιση · εξωτερικό · επιλαμβάνομαι · κοίταξε να δεις · κοιτάζω · κοιτάξτε · κοιτώ · ματιά · μοιάζω · μορφή · μορφασμός · παντρεύομαι · παρατηρώ · παρουσιάζομαι · παρουσιαστικό · φαίνομαι · ψάχνω · όψη · ύφος
-
καχεκτικός
-
από εμφάνιση δεν έλεγε πολλά
-
φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη