Μετάφραση του "lordship" σε Ελληνικά

Οι κυριαρχία, εξουσία, αρχοντιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lordship" σε Ελληνικά.

lordship noun γραμματική

The state or condition of being a lord; hence (with his or your), a title applied to a lord (except an archbishop or duke, who is called Grace) or a judge (in Great Britain), etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυριαρχία

    noun feminine
  • εξουσία

    noun feminine

    Saruman has poisoned the mind of the king and claimed lordship over these lands.

    Ο Σάρουμαν φαρμάκωσε το μυαλό του βασιλιά και διεκδίκησε την εξουσία σ'αυτή τη γη.

  • αρχοντιά

    A fine situation your father has with his lordship.

    Μια ωραία κατάσταση, που δημιούργησε ο πατέρας σου με την αρχοντιά του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιοχή διοικούμενη από Λόρδο
    • φέουδο
    • κτήμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lordship " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Lordship noun

a title used to address any British peer except a duke and extended to a bishop or a judge; "Your Lordship"; "His Lordship"

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τίτλος ευγενείας λόρδου

    noun
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lordship" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη