Μετάφραση του "loser" σε Ελληνικά

Οι χαμένος, ηττημένος, αποτυχημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "loser" σε Ελληνικά.

loser noun γραμματική

A person who fails to win. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαμένος

    adjective masculine

    person who fails to win

    The loser shall be quiet or did you forget our bet?

    Ο χαμένος πρέπει να κλείσει το στόμα του.

  • ηττημένος

    In addition, the loser must be given the means to make his criticism known to the voters.

    Έτσι ο ηττημένος πρέπει να έχει μέσα να προβάλει την κριτική του στους ψηφοφόρους.

  • αποτυχημένος

    masculine

    Only because it was bought by a loser like me, it lost its job.

    Επειδή το αγόρασε ένας αποτυχημένος σαν κι εμένα έχασε τη δουλειά του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαλάκας
    • μίζερος
    • γκαντέμης
    • γρουσούζης
    • ξεφτίλας
    • φουκαράς
    • άτυχος
    • χασούρης
    • μηδενικό
    • χάλια
    • «ανάπηρος»
    • μίζερο άτομο
    • ναυάγιο
    • χαμένος από χέρι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " loser " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "loser"

Φράσεις παρόμοιες με "loser" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "loser" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη