Μετάφραση του "loss-making" σε Ελληνικά
Το ελλειμματικός είναι η μετάφραση του "loss-making" σε Ελληνικά.
loss-making
adjective
γραμματική
Making financial losses.
-
ελλειμματικός
Consequently, at current fuel prices, the trawler industry segments are loss-making or only marginally profitable.
Κατά συνέπεια, με τις σημερινές τιμές των καυσίμων, ο κλάδος της αλιείας με τράτα είναι ελλειμματικός ή δεν είναι παρά ελάχιστα αποδοτικός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " loss-making " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη