Μετάφραση του "low" σε Ελληνικά

Οι χαμηλός, χαμηλά, χαμηλό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "low" σε Ελληνικά.

low adjective verb noun adverb γραμματική

Something that is low. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαμηλός

    adjective masculine

    in a position comparatively close to the ground

    The helicopter is flying very low.

    Το ελικόπτερο πετάει πολύ χαμηλά.

  • χαμηλά

    adverb

    at a lower frequency [..]

    The helicopter is flying very low.

    Το ελικόπτερο πετάει πολύ χαμηλά.

  • χαμηλό

    adjective neuter

    area of low pressure [..]

    The helicopter is flying very low.

    Το ελικόπτερο πετάει πολύ χαμηλά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κοντός
    • ναδίρ
    • μικρός
    • ποταπός
    • κατηφής
    • βέλασμα
    • βελάζω
    • δύσθυμος
    • κακοκαρδισμένος
    • μουγκρίζω
    • μούγκρισμα
    • μυκηθμός
    • πρώτη
    • στα κάτω μου
    • ταπεινός
    • πενιχρός
    • ευτελής
    • μυκώμαι
    • πρόστυχος
    • μουγκανίζω
    • υπόκωφος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " low " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Low noun

Low (Kelly Clarkson song) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χαμηλός

    The helicopter is flying very low.

    Το ελικόπτερο πετάει πολύ χαμηλά.

Εικόνες με "low"

Φράσεις παρόμοιες με "low" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "low" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη