Μετάφραση του "lowering" σε Ελληνικά

Οι κατέβασμα, καταβιβασμός, μείωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lowering" σε Ελληνικά.

lowering adjective noun verb γραμματική

Present participle of lower. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατέβασμα

    The safety requirements for the lifting and lowering of the tools being carried are deemed to be fulfilled where the following conditions are met:

    Οι απαιτήσεις ασφάλειας που αφορούν το ανέβασμα και το κατέβασμα του φερόμενου εξοπλισμού μπορεί να θεωρηθεί ότι τηρούνται, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

  • καταβιβασμός

  • μείωση

    noun feminine

    The subsidy results in a lower price being charged to the client.

    Αποτέλεσμα της επιδοτήσεως είναι η μείωση της τιμής την οποία καταβάλλει ο πελάτης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χαμήλωμα
    • σκοτεινός
    • φθίνουσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lowering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lowering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lowering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη