Μετάφραση του "lowly" σε Ελληνικά
Οι ταπεινός, μετριόφρονας, χαμηλά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lowly" σε Ελληνικά.
lowly
adjective
adverb
γραμματική
Not high; not elevated in place; low. [..]
-
ταπεινός
adjectiveNeed to let us lowly shepherds in on these things, Father.
Πρέπει να μας τα λες αυτά, εμάς τους ταπεινούς βοσκούς, Πάτερ.
-
μετριόφρονας
adjective -
χαμηλά
adjectiveMan in lowly station... does not kill self when possessing much money.
Άνθρωπος σε χαμηλό πόστο... δεν αυτοκτονεί, όταν διαθέτει πολλά χρήματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lowly " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lowly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατώτερη κοινωνική τάξη · κατώτερος βαθμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη