Μετάφραση του "lubricant" σε Ελληνικά
Οι λιπαντικό, γράσο, Λιπαντικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lubricant" σε Ελληνικά.
A substance used to reduce friction between objects or surfaces. [..]
-
λιπαντικό
noun neutersubstance used to reduce friction [..]
You don't deserve the lubricant, but it just won't go in otherwise.
Δεν σ'αξίζει ούτε το λιπαντικό, αλλά απλά δεν θα εισχωρήσει διαφορετικά.
-
γράσο
nounI need to know if you sold gun lubricant to this man.
Θέλω να ξέρω αν πουλήσατε γράσο σ'αυτόν τον άντρα.
-
Λιπαντικά
Ένα λιπαντικό είναι μια ουσία που εισάγεται για να μειώσει την τριβή μεταξύ επιφανειών σε αμοιβαία επαφή, που τελικά μειώνει τη θερμότητα που παράγεται κατά την κίνηση των επιφανειών.
Consequently, automotive lubricants have to meet both accreditations in order to make sufficient volume in the market.
Συνεπώς, τα λιπαντικά αυτοκινήτων πρέπει να πληρούν αμφότερες τις πιστοποιήσεις προκειμένου να έχουν επαρκή όγκο στην αγορά.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λιπαντική ουσία
- στιλβωτικό υλικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lubricant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Λιπαντικό
Lubricating entry sheet of a total thickness of not more than 350 μm, comprising of:
Λιπαντικό φύλλο εισόδου, μέγιστου συνολικού πάχους 350 μm, αποτελούμενο από:
Φράσεις παρόμοιες με "lubricant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γρασάρω · δωροδοκώ · λαδώνω · λιπαίνω
-
ακολασία · ασέλγεια · αστάθεια · λαγνεία · λειότητα · μεταβλητότητα · μπαμπεσιά · ολισθηρότητα · πανουργία · στιλπνότητα
-
στιλβωτικό υλικό
-
λιπαντικό
-
γρασαδόρος · λιπαντής · λιπαντική ουσία · στιλβωτικό υλικό
-
λάδωμα · λίπανση · λίπανση, γρασάρισμα
-
Σύστημα θετικής λίπανσης
-
Σύστημα θετικής λίπανσης