Μετάφραση του "lumber" σε Ελληνικά
Οι ξυλεία, αργοκινούμαι, Move in a slow, heavy, awkward way ... wood intended as building material είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lumber" σε Ελληνικά.
lumber
verb
noun
γραμματική
(uncountable) Wood intended as a building material. [..]
-
ξυλεία
noun femininewood as building material
We're checking out lumber purchases in the area, crossing off names, and yours is on the list.
Ελέγχουμε τις αγορές ξυλείας στην περιοχή, διαγράφοντας ονόματα και το δικό σας είναι στη λίστα.
-
αργοκινούμαι
-
Move in a slow, heavy, awkward way ... wood intended as building material
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατεργασμένη ξυλεία (US only)
- ρόπαλο μπέιζμπολ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lumber " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lumber"
Φράσεις παρόμοιες με "lumber" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καρό πουκάμισο
-
πριονιστήριο
-
αδέξιος · υλοτομία
-
έχω μπουχτίσει
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη