Μετάφραση του "lungs" σε Ελληνικά
Το πνεύμονες είναι η μετάφραση του "lungs" σε Ελληνικά.
lungs
noun
Plural form of lung. [..]
-
πνεύμονες
The two lungs of a human being considered as a whole.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lungs " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lungs" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πνεύμονας · πνευμόνι · πνεύμονας · πνεύμων
-
δύναμη πνεύμονα
-
όργανο αναπνοής εντόμων
-
πνευμονική χωρητικότητα
-
επίθεση · εφορμώ · κάνω αιφνίδια επίθεση · σκαμπανέβασμα
-
πνευμοκονίωση
-
τεχνητός πνεύμονας
-
μπουκάλα οξυγόνου · συσκευή κατάδυσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη